Ο γυναικολόγος Στέφανος Χάνδακας γράφει για την υπογεννητικότητα

999

Στέφανος Χανδακάς  MD, MBA, PhD Μαιευτήρας-Γυναικολόγος- Ενδοσκοπικός Χειρουργός

 

Υπογεννητικότητα υπάρχει σε μία χώρα, όταν ο αριθμός γεννήσεων ανά έτος είναι μικρότερος ή όχι σημαντικά μεγαλύτερος από τον αντίστοιχο αριθμό θανάτων.

Σύμφωνα με έρευνα της Eurostat στην Ελλάδα ο πληθυσμός μειώθηκε κατά 60.500 το 2012 και την 1/1/2013 έφτασε τους 11,06 εκατομμύρια κατοίκους. Το 2012 καταγράφηκαν 100.400 γεννήσεις και 116.700 θάνατοι, ενώ την ίδια χρονιά εγκατέλειψαν την Ελλάδα πάνω από 44.000 κάτοικοί της.

Η Ελλάδα και η Ιταλία παρουσιάζουν τον χαμηλότερο δείκτη γεννήσεων (9%) στην Ε.Ε. μετά τη Γερμανία (8,4%) και την Πορτογαλία (8,5%). Οι υψηλότεροι δείκτες γεννητικότητας σημειώνονται στην Ιρλανδία (15,7%) στο Ηνωμένο Βασίλειο (12,8%) στη Γαλλία (12,6%) στη Σουηδία (11,9%) και στην Κύπρο(11,8%).

Σύμφωνα με στατιστικά στοιχεία το 1,3 περίπου από το έτος 2003 ανά γυναίκα, δείχνει, πόσο δυσοίωνο είναι για τη διατήρηση του πληθυσμού, αν αναλογισθεί κανείς ότι το επίπεδο αναπλήρωσης των γενεών είναι το 2,1. «Κάτω από αυτό το όριο οι γενιές δεν  αναπληρώνονται και η χώρα “γερνά”».

Τα άτομα ηλικίας άνω των 65 ετών αντιπροσωπεύουν στη χώρα μας ποσοστό πάνω από 14% του πληθυσμού και σύμφωνα με τις προβλέψεις το 2020 θα είναι πάνω από 20% και το 2030 περίπου το30% του πληθυσμού, ενώ το έτος 2000 το ποσοστό ήταν 16,6% .

Σύμφωνα με στοιχεία που τηρούνται στο πλαίσιο του Εθνικού Προγράμματος Προληπτικού Ελέγχου Νεογνών από το Ινστιτούτο Υγείας του Παιδιού καταγράφεται μείωση κατά 10% στις γεννήσεις νεογνών κατά την τελευταία τετραετία. Από τα παραπάνω στοιχεία προκύπτει επίσης αύξηση του μέσου όρου ηλικίας γάμου και κατά συνέπεια η γέννηση παιδιών σε μεγαλύτερες ηλικίες των γονέων, η ανισοκατανομή των γεννήσεων ανά περιφέρεια της χώρας (μείωση των γεννήσεων στον αγροτικό πληθυσμό), η σημαντική συμμετοχή γεννήσεων από οικογένειες μεταναστών .

Βάση του δημοσιεύματος  στις 18-9-2013 της εφημερίδας Guardian η μείωση των γεννήσεων κατά την τελευταία τετραετία στην Ελλάδα αποδίδεται στη λιτότητα και στην υψηλή ανεργία, ιδίως μεταξύ των νέων και είναι σαφώς μεγαλύτερη από οποιαδήποτε άλλη ευρωπαϊκή χώρα.

Την ίδια χρονολογική περίοδο Ο καθηγητής και Δ/ντής της Πανεπιστημιακής Κλινικής του Νοσοκομείου Αρεταίειου κ. Γ. Κρεατσάς δήλωσε στον τύπο την 11-3-2013, ότι τα προβλήματα, που αντιμετωπίζει σήμερα η Ελληνική κοινωνία, δημιουργούν έντονο προβληματισμό στα νέα ζευγάρια στη δημιουργία ή τη διεύρυνση της οικογένειας. Δεν υπάρχει ενδιαφέρον για την απόκτηση δεύτερου, πολλές φορές και πρώτου παιδιού.

Σήμερα η Ελλάδα κατέχει το 2ο μικρότερο ποσοστό γεννήσεων στην Ευρώπη, με μόλις 1,3 γεννήσεις ανά γυναίκα, τη στιγμή που για να επιτευχθεί το «επίπεδο αντικατάστασης» και να μην επέλθει μείωση πληθυσμού το ποσοστό αυτό πρέπει να ανέβει στο 2,1. Από την άλλη μεριά η χώρα μας είναι πανευρωπαϊκά πρώτη σε αμβλώσεις, ο αριθμός των οποίων ανέρχεται σε 250-300 χιλ κάθε χρόνο.

Αυτό συνεπάγεται πως 14 στις 100 Ελληνίδες έχουν προβεί σε διακοπή της κύησής τους, τουλάχιστον μια φορά στη ζωή τους.

Στην Ελλάδα, την Ιταλία και την Πορτογαλία καταγράφηκαν τα χαμηλότερα ποσοστά γεννήσεων το 2015 στην Ευρώπη.

Στην Ελλάδα καταγράφηκαν 8,5 γεννήσεις ανά 1.000 κατοίκους, στην Ιταλία η το ποσοστό ήταν 8‰ και στην Πορτογαλία 8,3‰. Αντίθετα στην Ιρλανδία, τη Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο τα αντίστοιχα ποσοστά ήταν 14,2‰, 12‰ και 11,9‰.

Επιπλέον, στην Ελλάδα καταγράφηκαν 29.000 περισσότεροι θάνατοι από γεννήσεις, καταλήγοντας σε μια αρνητική φυσική αλλαγή του πληθυσμού κατά 2,7‰.

Είναι χαρακτηριστικό ότι από το 2007 μέχρι το 2009 οι γεννήσεις ανέρχονταν μεταξύ των 100.000 και 110.000, το 2010 έπεσαν στις 90 με 95 χιλιάδες, ενώ ανάλογη μείωση κατά περίπου 20% έχουν υποστεί οι ετήσιοι κύκλοι της εξωσωματικής γονιμοποίησης.