Οι Σουσούδες που κατέστρεψαν την Ελλάδα. Άρθρο της Σοφίας Τσίπα.

1585

Γράφει η Σοφία Τσίπα

Εδώ και εβδομάδες είχα κανονίσει να δειπνήσω με την καλή μου φίλη Μιρένα, η οποία τα τελευταία χρόνια διαμένει στο εξωτερικό και οι επισκέψεις της στην Ελλάδα με το πέρασμα των ετών γίνονται όλο και πιο αραιές. Αυτό από μόνο του καθιστά τις συνευρέσεις μας βαρύτιμες. Ωστόσο, μια ημέρα πριν ο Χρήστος Ζαμπούνης στο τηλέφωνο ήταν κατηγορηματικός: «Δεν θα χάσουμε την πρεμιέρα της Μαντάμ Σουσου για κανένα λόγο. Πρέπει οπωσδήποτε να πάμε». Κι έτσι το δείπνο με τη Μιρένα μετετέθη. Φθάσαμε στο Παλλάς με τη βέσπα του. Είναι ο μόνος τρόπος πια που σου επιτρέπει να κινηθείς με σχετική άνεση στο ιστορικό κέντρο της πρωτεύουσας. Στις επτά και μισή ήμασταν στην Βουκουρεστίου, ακριβείς στην ώρα προσέλευσης που υποδείκνυε η πρόσκληση.

Η crème de la crème της εγχώριας show biz ήταν ήδη εκεί και στοιβαζόταν σαν μελίσσι έξω από το θέατρο περιμένοντας υπομονετικά τις προσκλήσεις.

Το δίλημμα είχε ως εξής: Η περιμένουμε ή κάνουμε έναν μικρό περίπατο κι επιστέφουμε. Τελικά, η πιο λογική λύση και αυτή που εφαρμόσαμε ήταν να απολαύσουμε ένα ζεστό ρόφημα στου Zonar’s, σε τέτοιο σημείο ώστε να έχουμε πλήρη οπτική επαφή με το μελίσσι και το ζουζούνισμά του. Το ίδιο έπραξε και ο δήμαρχος Μαραθώνα Ηλίας Ψινάκης σε διαφορετικό τραπεζάκι, αλλά και η Φωτεινή Πιπιλή με τη συντροφιά της.

Ο Χρήστος από την αρχή προέβλεψε πως η παράσταση δεν επρόκειτο να ξεκινήσει νωρίτερα από τις εννέα και όπως απεδείχθη είχε απόλυτο δίκιο. Το μελίσσι ήταν συμπαγές και από το σημείο που καθόμασταν δε διακρίναμε πρόσωπα. Η μόνη που ξεχώριζε εξ αποστάσεως ήταν η άλλοτε επεισοδιακή, αντισυμβατική ντίβα της βουλής Ραχήλ Μακρή, η οποία μας κέντρισε το ενδιαφέρον διότι όλη αυτή την ώρα στεκόταν μόνη, ξέχωρα από το υπόλοιπο σύνολο, με τη στάση του σώματός της να δηλώνει μια μικρή ενόχληση για την αναμονή.

Όλη αυτή η ταλαιπωρία, που έμοιαζε με την εκδίκηση της Σουσούς στην αριστοκρατία της πρωτευούσης, μετά τις ουρές της μικροαστικής τάξης στις τράπεζες, τα ΑΤΜ και τις εφορίες, εμάς δεν μας επηρέασε καθόλου. Αντίθετα μας μετέτρεψε σε παρατηρητές του γεγονότος από τα αναχώματα του Zonar’s, κερδίζοντας ταυτόχρονα χρόνο για να απολαύσουμε τις συζητήσεις μας.

Στις εννιά η παράσταση ξεκίνησε και η αναβίωση του έργου του Δημήτρη Ψαθά, παρά την ολιγόλεπτη έλλειψη ρυθμού που διαπίστωσα στην αρχή, ήταν πολύ καλή και έξυπνα προσαρμοσμένη στο σήμερα. Όλο το βάρος έπεφτε στη Δήμητρα Παπαδοπούλου, η οποία έκανε το κοινό να κρέμεται από την ατάκα, την γκριμάτσα και το νεύμα του πολύ καλά δουλεμένου ρόλου που είχε πλάσει. Αυτή τη στιγμή έχει κάθε λόγο να απολαμβάνει την πολύ επιτυχημένη επιστροφή της στη σκηνή.

Η ερμηνεία του Αλκη  Κούρκουλου είχε δυναμική και το ίδιο καλός ήταν και ο Κώστας Κόκλας. Τα σκηνικό εμπνευσμένο, όπως και το όλο εγχείρημα, το οποίο θα σύστηνα ανεπιφύλακτα. Πρόκειται για μια παράσταση αξιώσεων που αποδίδει πλήρως το πνεύμα της εποχής του 1941, οπότε ο χαρισματικός Δημήτρης Ψαθάς κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το βιβλίο του. Μια εποχή η οποία δεν διέφερε και πολύ από την Ελλάδα κατά την προ κρίσης εποχή.

Από το όνομα της ηρωίδας του Ψαθά άλλωστε προήλθε και ο όρος Σουσουδισμός που ως συμπεριφορά υιοθετημένη από τους νεοέλληνες δημιούργησε το κατάλληλο σκηνικό για την παρακμή της κοινωνικής, ηθικής και οικονομικής ζωής της χώρας. Μια νοοτροπία υποβαλλόμενη από πολιτικά πρόσωπα, αλλά και από τους δημιουργούς του Ελληνικού life style. Η φτωχή και ονειροπαρμένη Σουσού, η οποία ήθελε να ζει μέσα στα πλούτη, σε σημείο που την έκανε γραφική είναι η εικόνα του νεοέλληνα πριν από λίγα χρόνια, όταν επιδιδόταν σε έναν αγώνα δανεικού πλουτισμού.

Οι Σουσούδες που κατέστρεψαν την Ελλάδα όμως δεν ήταν οι πολίτες που κάθε δικαίωμα είχαν στο όνειρο, αλλά οι Σουσούδες της πολιτικής και του life style που πήραν στο λαιμό τους τα μελίσσια της αστικής τάξης και των χαμηλών κοινωνικών στρωμάτων.