Το Savoir Vivre του καπνιστού

1663

Γράφει ο Χρήστος Ζαμπούνης

Ενήλικο πάθος ή βλαβερή συνήθεια, το κάπνισμα διχάζει.Οι έριδες που δημιουργούνται καθημερινώς σε κλειστούς, κυρίως, χώρους προσομοιάζουν σε πολεμικές συρράξεις. Ιδού μερικοί κανόνες καλής συμπεριφοράς, για να αποφύγουμε τις παρεξηγήσεις.

– Δεν παρουσιαζόμεθα σ’ ένα ραντεβού, σ’ ένα σπίτι, άλλα ούτε εισερχόμεθα ή εξερχόμεθα από ένα εστιατόριο και κυρίως δεν χορεύουμε με το τσιγάρο στο στόμα.

– Στο τραπέζι δεν ανάβουμε τσιγάρο μόλις καθίσουμε. Συνήθως, το κάπνισμα επιτρέπεται μετά ή πριν από το επιδόρπιο. Δεν καπνίζουμε όταν οι άλλοι τρώνε, άλλα περιμένουμε μέχρι να τελειώσουν όλοι το φαγητό τους. Οι κάλοι τρόποι διεθνώς επιβάλλουν να περιμένουμε την άδεια ή την προτροπή της οικοδέσποινας για να καπνίσουμε. Είναι όμως τέτοια ή διάδοση του καπνίσματος –ακόμη και στις επίσημες δεξιώσεις– στην χώρα μας, ώστε να αρκεί να ρωτήσουμε τους διπλανούς μας αν τους ενοχλεί. Σε περίπτωση που η απάντησή τους είναι καταφατική, περιμένουμε μέχρι να τελειώσει το τραπέζι και, αφού σηκωθούμε, πηγαίνουμε είτε στην βεράντα, εάν είναι καλοκαίρι, είτε σε μια γωνία, ώστε να ενοχλούμε όσο γίνεται λιγότερο τους μη καπνιστές.

– Όταν υποδεχόμεθα φίλους που καπνίζουν, έκτος από στακτοδοχεία, βάζουμε και κεράκια που απωθούν τον καπνό, για τους καλεσμένους μας που δεν είναι καπνιστές και συνεπώς τους ενοχλεί ο καπνός.

– Εάν είμεθα αντικαπνιστές (smoke-free κατά τους Αγγλοσάξονες) και καλούμε στο σπίτι μας, είναι μάλλον απόλυτο να τους απαγορεύσουμε να καπνίσουν. Ας το έχουμε υπ’ όψιν μας, για να έχουμε πρόχειρα ένα-δύο στακτοδοχεία.

– Όταν συναντήσουμε μια κυρία ή έναν ηλικιωμένο κύριο, είθισται ή να σβήνουμε αμέσως το τσιγάρο μας ή να το κρατούμε αναμμένο στο χέρι, χωρίς να το φέρουμε στα χείλη μας.

– Αν έχουμε καλέσει κάποιον σε ένα εστιατόριο, είναι ευγενικό να ζητήσουμε τραπέζι σε χώρο όπου επιτρέπεται το κάπνισμα, αν ο καλεσμένος μας καπνίζει, ακόμα κι αν εμάς μας ενοχλεί το κάπνισμα, εκτός και αν έχουμε σοβαρό πρόβλημα υγείας.

– Στο γραφείο μας μπορούμε να καπνίζουμε, αν επιτρέπεται από την εταιρεία ή γενικώς από τον εργοδότη. Πρέπει όμως να μη λησμονούμε ότι αφήνει μυρωδιά πίσω μας και γύρω μας.

– Προσέχουμε πού σβήνουμε το τσιγάρο μας, ώστε να μην προκαλέσουμε ζημιά, ιδίως σε υφάσματα επιπλώσεων, και δεν πετούμε τα αποτσίγαρα μας σε περιοχές με δάση ή ξερά χόρτα, γιατί ελλοχεύει κίνδυνος πυρκαϊάς.

– Δεν αδειάζουμε το στακτοδοχείο του αυτοκινήτου μας στον δρόμο, ιδίως όταν περιμένουμε να ανάψει ο πράσινος σηματοδότης ή είμεθα εγκλωβισμένοι σε κυκλοφοριακή συμφόρηση.

– Θεωρείται άκομψο για μια κυρία να καπνίζει στον δρόμο, όπως και για έναν κύριο να μιλά με το τσιγάρο (ή την πίπα, ή το πούρο) στο στόμα. Η εποχή των ταινιών της δεκαετίας του ’40, όπου ο Χάμφρεϋ Μπόγκαρτ ή ο Κάρυ Γκραντ το έπρατταν, έχει περάσει ανεπιστρεπτί.

– Προσοχή με την στάκτη! Τα χαλιά ή το δάπεδο ενός σπιτιού ή ενός εστιατορίου δεν είναι ένα απέραντο στακτοδοχείο. Ούτε τα φλιτζάνια του καφέ, ούτε οι γλάστρες, ούτε τα ανθοδοχεία κατασκευάσθηκαν γι’ αυτόν τον σκοπό.

– Δεν ανάβουμε ποτέ τσιγάρο, εάν δεν βεβαιωθούμε ότι υπάρχει δίπλα μας διαθέσιμο στακτοδοχείο.

– Η απουσία στακτοδοχείων σε ένα τραπέζι είναι σαφής ένδειξη ότι ή οικοδέσποινα δεν επιθυμεί να καπνίσουν οι προσκεκλημένοι της.

– Όταν προσφέρουμε τσιγάρο, το βγάζουμε από το πακέτο ώστε να εξέχει λίγο παραπάνω από το μήκος του φίλτρου, άλλα ποτέ ολόκληρο με το χέρι μας.

– Όταν μια κυρία βγάζει το πακέτο της με τα σπίρτα ή τον αναπτήρα και είναι έτοιμη να ανάψει το τσιγάρο της, ο κύριος σπεύδει να της προτείνει φωτιά. Εάν ο ίδιος δεν έχει, της ζητά την άδεια να χρησιμοποιήσει την δική της. Εάν η κυρία έχει ήδη ανάψει την φωτιά της, την σβήνει για να της την προσφέρουν.

– Ο κύριος δεν περιμένει να του ζητήσει μια κυρία φωτιά. Έχει την ικανότητα να την προλαβαίνει στην κατάλληλη στιγμή, όταν δηλαδή βγάζει το τσιγάρο από το πακέτο της.

– Δεν είναι σπάνιο, ιδιαιτέρως σε ζευγάρια, να ανάβει η κυρία το τσιγάρο του ανδρός της.

– Όταν ανάβουμε ένα τσιγάρο ή το τσιγάρο άλλων με σπίρτο, δεν το κουνάμε πάνω-κάτω για να σβήσει. Απλώς το φυσάμε ελαφρώς. Μια κυρία δεν φυσά ποτέ τη φλόγα που της προσφέρει ένας άνδρας.

– Το να ανάβουμε το τσιγάρο μας με την κάφτρα άλλου αποφεύγεται, εκτός από τις περιπτώσεις που δεν γίνεται αλλιώς.

– Δεν φυσάμε τον καπνό επάνω στον διπλανό μας ή στον απέναντί μας.

– Όταν δεν θέλουμε άλλο, το σβήνουμε καλά και δεν το αφήνουμε να καίει στο στακτοδοχείο.

– Υπάρχει μια αρνητική προκατάληψη που πρέπει να έχουμε υπ’ όψιν μας όταν ανάβουμε τρία τσιγάρα με την ίδια φωτιά. Προέρχεται από τον πόλεμο των Μπόερς, όταν τρεις Άγγλοι στρατιώτες ανεπαύοντο καπνίζοντας τσιγάρο. Ο εχθρός είδε τη λάμψη των δύο πρώτων τσι-γάρων, σημάδεψε και σκότωσε τον τρίτο καπνιστή.

– Ακόμη κι αν είμαστε σε ανοικτό χώρο, όταν είμαστε προσκεκλημένοι σε ξένο σπίτι, ζητάμε την άδεια για να καπνίσουμε.

– Η τράκα επιτρέπεται όταν δεν γίνεται κατά συρροήν και κατ’ εξακολούθησιν.

– Δεν αρκεί μια συγγνώμη για να σηκωθεί κανείς στην μέση ενός επίσημου γεύματος, όσο απελπισμένος κι αν είναι να καπνίσει. Περιμένουμε τον καφέ, κι αν το γεύμα γίνεται σε σπίτι, να δώσει το σήμα η οικοδέσποινα.

– Εάν είμεθα αντικαπνιστές και βρεθούμε σε μια συντροφιά καπνιστών που κάνουν προσπάθεια να μην ενοχλήσουν με το κάπνισμα, η ενδεδειγμένη στάση είναι να τους επιδοκιμάσουμε για την διακριτικότητά τους και όχι να τους εξαπολύσουμε επίθεση, αναφερόμενοι στην νοσηρή εξάρτησή τους.

– Στην περίπτωση που ο οικοδεσπότης είναι καπνιστής, αντενδείκνυται να επιβάλει στους προσκεκλημένους του το κάπνισμα κατά βούληση.