Οι «πολλοί» κι οι περισσότεροι – Άρθρο του Τάκη Θεοδωρόπουλου

1161
Είναι το πρόβλημα της δημοκρατίας. Οι «πολλοί», όσοι κι αν είναι, κινδυνεύουν να βρεθούν απέναντι σε περισσότερους. Κοινώς δεν πρέπει να ξεχνάς ότι οι πολλοί ως επίθετο διαθέτουν και συγκριτικό βαθμό, ενίοτε δε και υπερθετικό. Αν τους χρησιμοποιείς ως ουσιαστικό κινδυνεύεις να πέσεις στην παγίδα του Νάρκισσου, αυτού που δεν αντιλαμβάνεται ότι το πρόσωπό του έχει μεγαλύτερη αξία από την εικόνα του.
Οι «πολλοί», ο όρος που χρησιμοποιεί ο Θουκυδίδης για τους δημοκρατικούς στην Αθήνα του, ήταν το τελευταίο καταφύγιο της ρητορικής του κ. Τσίπρα. Το τελευταίο σκαλοπάτι στην κλίμακα της «εργατικής τάξης», του «εργαζόμενου λαού», των «οικονομικά ασθενέστερων». Απέναντί τους είναι οι «ελίτ», οι λίγοι προνομιούχοι που παλεύουν να συντηρήσουν τα προνόμιά τους. Οι «πολλοί» είναι οι προοδευτικές δυνάμεις, οι «ελίτ» οι συντηρητικές. Τόσο απλά. Κι εδώ προκύπτει το εξής πρόβλημα: τους εργαζόμενους μπορείς να τους ορίσεις, τους οικονομικά ασθενέστερους να τους περιγράψεις, όμως πώς ορίζεις και πώς περιγράφεις τους πολλούς; Μόνον συγκριτικά. Κι αν αυτοί οι «πολλοί» που εκφράζεις αποδειχθούν λιγότεροι από τους περισσότερους που δεν θέλουν να τους εκφράσεις, τότε τι γίνεται;

Τότε ανοίγεις τα κιτάπια σου και ανατρέχεις στα αγαπημένα βιβλία της νιότης σου. Κι εκεί θυμάσαι ότι η αρχαία σοφία σου λέει ότι «οι πολλοί», όπως «ο λαός», δεν είναι θέμα ποσότητας, είναι θέμα ποιότητας. Είναι η βασική διαφορά ανάμεσα στα σοσιαλιστικά καθεστώτα και στη δημοκρατία. Η δεύτερη λειτουργεί με όρους «πολλοί» και «περισσότεροι». Τα πρώτα αναφέρονται στους «πολλούς» με όρους «ποιότητας», ως εκ τούτου δεν χρειάζονται καν εκλογές για να τους καταμετρήσουν. Ο ΣΥΡΙΖΑ μιλούσε στο όνομα του «λαού», ακόμη κι όταν τα ποσοστά του ήσαν στο επίπεδο του Βελόπουλου ή του Βαρουφάκη. Οι πρόσφυγες του παλαιού φθαρμένου δικομματισμού που του επέτρεψαν να κυβερνήσει για τέσσερα χρόνια δεν άλλαξαν την αντίληψή του. Χρησιμοποίησε τους κοινοβουλευτικούς θεσμούς όπως το γκρουπούσκουλο της νιότης του. Η δε περίφημη πολιτική δεινότητα του Τσίπρα δεν ήταν παρά η αλαζονεία και ο ναρκισσισμός που εμπνέει το πλήθος στον ρήτορα, ο οποίος έχει συνηθίσει να μιλάει σε φοιτητικές συνελεύσεις.

Το χθεσινό αποτέλεσμα απέδειξε πως οι «περισσότεροι» θέλουν μια διαφορετική Ελλάδα απ’ αυτήν που θέλουν οι «πολλοί» του κ. Τσίπρα. Κι αυτήν την εκφράζουν ο Κ. Μητσοτάκης και η Ν.Δ., η μόνη παράταξη που βγήκε κερδισμένη και από τις τρεις εκλογικές αναμετρήσεις. Η πολιτική δεν είναι επιστήμη. Η πολιτική είναι τέχνη και στην τέχνη το αίσθημα μετράει εξίσου με την αλήθεια και τους λογαριασμούς. Ο κ. Τσίπρας, ως νεόπλουτος του κοινοβουλευτισμού, το καταχράστηκε. Περιφρόνησε τους αντιπάλους του μάλλον επειδή κανείς δεν του δίδαξε πως το αίσθημα δεν αντέχει ιδιοκτήτες και καταχραστές.

Πηγή:Η Καθημερινή