Στον γιαλό πετούν οι γλάροι

1392

Γράφει ο Χρήστος Ζαμπούνης

Το εγερτήριο ήταν στις 5. Η συνάντησις στις βάρκες στις 6. Μέχρι να συγκεντρωθούμε όλοι και να λύσουμε τους κάβους, η ώρα πήγε 6.30. Μαζί μας σάλπαρε το σκάφος του Λιμενικού Σώματος για την καθημερινή τους περιπολία. Η διαδρομή από την Πάτμο στην Δονούσα κράτησε μιάμιση ώρα.  Η θάλασσα ήταν λαδιά. Οι νιτσεράδες φάνηκαν αχρείαστες. Ένα σμήνος γλάρων μας συνόδευσε μέχρι εκεί που τελείωνε η ξηρά.

Φθάνοντας στο νησί της άγονης γραμμής, ανέσυρα από την μνήμη μία όχι και τόσο και παλαιά ιστορία. «Έλα από το αγροτικό ιατρείο. Υπάρχει κάτι που θα σ’ ενδιαφέρει», με καλεί στο κινητό η ψυχίατρος Λήδα Ξενάκη, σε μια επίσκεψή μας στη Δονούσα. Με συνωμοτική διάθεση με οδηγεί σε παρακείμενο σπίτι, όπου μας ανοίγει η 84χρονη κυρία Άννα Βενετσάνου. Στο υποφωτισμένο σαλόνι διακρίνω τέσσερα πορτραίτα του Γεωργίου Α΄, του Κωνσταντίνου ΙΒ΄ και των συζύγων της, βασιλισσών Όλγας και Σοφίας. Σε μικρότερες κορνίζες φιλοξενούνται τα παιδιά και τα εγγόνια της, όλοι μετανάστες στα τέσσερα σημεία του πλανήτη, της έχει την ευκαιρία να μου εξηγήσει.

Η χαρά της που συναντά έναν ομοϊδεάτη είναι δύσκολο να κρυφτεί. Μου διηγείται με γλαφυρότητα την φυγή της από την Αίγυπτο, όταν ανέβηκε στην εξουσία ο Νάσερ, ξεσπάει σε λυγμούς όταν αναφέρει τον άνδρα της, που έχασε πριν από λίγα χρόνια, και ύστερα κάνουμε μια σύντομη ιστορική αναδρομή της περιπέτειες του ελληνικού στέμματος. «Αχ παιδί μου, ελπίζω να ζήσω να δω τον βασιλιά πίσω», εκφράζει με πόνο την επιθυμία της. Έχω προλάβει να καταπνίξω την δική μου εγωιστική επιθυμία να εμπλουτίσω την προσωπική μου συλλογή με τα βασιλικά κειμήλιά της.

«Από τι πάσχει;» ρωτώ την Λήδα. «Παραπονιέται ότι δεν μπορεί να κοιμηθεί τα βράδια. Διακατέχεται από τον φόβο της μοναξιάς και του θανάτου», αποκρίνεται εκείνη όσο πιο απλά γίνεται. «Πότε θα ξανάρθεις;» με αποχαιρετά με αγωνία στο κατώφλι της ταπεινής της οικίας. «Το επόμενο καλοκαίρι, γιαγιά», της υπόσχομαι. Για να προσθέσω από μέσα μου «αν είμαι υγιής».

Επιστρέφοντας στην Αθήνα, σπεύδω να της στείλω ταχυδρομικώς τεύχη του Life&Style με εξώφυλλα των βασιλέων και των πριγκίπων, καθώς και το βιβλίο που έγραψα για την ελληνική βασιλική οικογένεια. Δεν μου απαντάει. Στο πρόγραμμα του διάπλου 2009 δεν περιλαμβάνεται η Δονούσα. Δεν την έχω ξεχάσει. Βρίσκω το τηλέφωνό της από τον τηλεφωνικό κατάλογο και δοκιμάζω να έλθω σ’ επαφή μαζί της. Ουδεμία απόκρισις. Τον Αύγουστο της ίδιας χρονιάς βρίσκομαι στις μικρές Κυκλάδες και περνάω από την ταβέρνα του Κώστα Βενετσάνου στο Κάτω Κουφονήσι. Ανάμεσα σε δυο ποτήρια ρακί, του αναφέρω την ιστορία με τη γιαγιά της Δονούσας. «Α, την θεία την χάσαμε τον χειμώνα», με αφήνει εμβρόντητο.

(«Ιστορίες ενός παιδήλικα», εκδόσεις Φερενίκη, 2012)

Αναδημοσίευση από την εφημερίδα «Βραδυνή»