Είδαμε τον «Άμλετ» στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά

2337

Γράφει η Κατερίνα Μαθιουδάκη

Άμλετ. Ένα κορυφαίο θεατρικό κείμενο, το πιο γνωστό του πολυαγαπημένου Ουίλλιαμ Σαίξπηρ αλλά και ένα από τα πιο συγκλονιστικά της παγκόσμιας δραματουργίας.

Ένα κείμενο άφθαρτο, ολοζώντανο, «σπαρταριστό» που μπορεί να αγγίξει κάθε θεατή σε βάθος. Ποιός ηθοποιός άλλωστε δεν «παρακαλεί» τις συγκυρίες να τον βάλουν κάποια στιγμή στη διαδικασία να αναμετρηθεί με την πολύπλευρη και πολυσχιδή προσωπικότητα του Άμλετ; Τα θεατρικά ανεβάσματα πολλά στην ελληνική θεατρική σκηνή, άλλα κλασσικά και άλλα με πρωτοποριακή προσέγγιση. Προσωπικά είχα να παρακολουθήσω το συγκεκριμένο έργο (και αναφέρομαι στο έργο καθαυτό και όχι σε κάποια διασκευή του) από τον Νοέμβριο του 2003. Ήταν στη παράσταση του Εθνικού Θεάτρου με Άμλετ τον Κωνσταντίνο Μαρκουλάκη, Κλαύδιο τον Στέλιο Μάινα και Γερτρούδη την Βέρα Κρούσκα, υπό τις σκηνοθετικές οδηγίες του αείμνηστου Μιχάλη Κακογιάννη.

Φέτος η πρόκληση ήταν διπλή και περίκλειε τα ονόματα του Γιάννη Κακλέα και του Κωνσταντίνου Ασπιώτη. Kαι οι δύο αγαπημένοι στο κοινό, ταλαντούχοι, έχουν καταθέσει τα διαπιστευτήριά τους στο θεατρικό σανίδι. Όπως και δικοί μου αγαπημένοι βέβαια, καθώς αδημονώ πάντα για κάθε τους κίνηση. Δεν κρύβω ειδικότερα ότι η επιθυμία τους να συνεργαστούν αμέσως μετά το «Κουρδιστό Πορτοκάλι» με είχε ενθουσιάσει και δη, με το αγαπημένο μου έργο. Φέτος όμως «τι μέλλει γενέσθαι»;

Και μόνο στο άκουσμα της είδησης ότι η παράσταση θα φιλοξενηθεί στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά με έβαζε ολοταχώς στο ανάλογο κλίμα: Το υπέροχο αυτό νεοκλασσικό κτίριο αποτελεί πλέον ένα πραγματικό «στολίδι» για την πόλη και μια ολοκληρωμένη απόλαυση για το θεατρόφιλο κοινό που το επισκέπτεται. Στο άνοιγμα της αυλαίας, αυτό που αντίκρυσαν τα μάτια μου με συνεπήρε ολοκληρωτικά: Σαν να άνοιγες τις σελίδες μιας παλιάς δερματόδετης έκδοσης του έργου και έβλεπες τους χαρακτήρες να «ανοίγουν τα χαρτιά τους» μπροστά σου με τη βοήθεια ολοζώντανων εικόνων… Διατηρώντας λοιπόν μια «τακτική» εσωτερική και σκοτεινή που έδενε απόλυτα με τις μουσικές επενδύσεις του Σταύρου Γασπαράτου και τους εξαιρετικούς φωτισμούς του Αλέκου Γιάνναρου, τα μεγαλειώδη σκηνικά του Μανόλη Παντελιδάκη ήταν αυτά που άρμοζαν στην περίσταση: μυθιστορηματικής προσέγγισης αλλά και ανυπέρβλητης καλαισθησίας, που ενέτειναν το μυστήριο και τη ζοφερή ατμόσφαιρα της παράστασης.

Άμλετ, ο μελαγχολικός πρίγκηπας και ένας θαραλλέος νέος που θέτει τα πιο καίρια ερωτήματα της ανθρώπινης ύπαρξης και όταν εκμηδενίζει τα πάντα γύρω του, δεν διστάζει να αναμετρηθεί με τον θάνατο, ακόμα και αν χάσει τα κεκτημένα του… Kαι μέσα σε όλα αυτά, την ίδια του τη ζωή. Ο Κωνσταντίνος Ασπιώτης έφτασε σε υψηλά επίπεδα ερμηνείας και «σήκωσε» το βάρος του ρόλου του με συνέπεια, εντούτοις όμως θεωρώ πως δεν εξάντλησε στο έπακρο τα τεράστια αποθέματα ψυχής που διαθέτει. Όταν βυθιζόταν στις δαιδαλώδεις σκέψεις του ήταν αληθινός και συγκινητικός, υπήρχαν όμως στιγμές που στις μεγάλες εντάσεις του ήρωα η περίσσεια του ενέργεια έμοιαζε να ισορροπεί με τις τεχνικές μεθόδους του. Από την άλλη πλευρά, θεώρησα εξαιρετική τη σκηνική άνεση του Ιερόνυμου Καλετσάνου όπου αναδείκνυε τα «κακώς κείμενα» του Κλαύδιου με πειθώ, σαν να μην συνάντησε δυσκολίες μέχρι την γραμμή της κατάκτησης του ρόλου του. Επίσης, εντυπωσιάστηκα με την υποκριτική δεινότητα που διακρίνει κανείς στη σκηνή παρακολουθώντας την Ευγενία Δημητροπούλου: Η δική της Οφηλία είχε εκπληκτικές κορυφώσεις -όπως τη στιγμή της τρέλας της, με τα τριαντάφυλλα γύρω της λίγο πριν πνιγεί στο ποτάμι- ενώ συνολικά «έχτισε» μια ερμηνεία με μεγάλη δραματική ένταση και σίγουρα από τις καλύτερες της παράστασης. Στην αντίπερα όχθη, η Έλενα Τοπαλίδου στο ρόλο της Γερτρούδη προσπάθησε πολύ αλλά δεν τα κατάφερε. Ο λόγος εκφραζόταν με έναν ιδιαίτερο τρόπο μέσα από το σώμα της, που φάνταζε αρκετά απόμακρος και ξένος σε σχέση με τους υπόλοιπες πρωταγωνιστές. Τη μια στιγμή γινόταν «ξύλινη» και άκαμπτη και την άλλη στιγμή αμήχανη και μονότονη, απορρίπτοντας ερμηνευτικά το κύριο γνώρισμα της βασίλισσας, η οποία κατευθύνεται ποικιλοτρόπως από τα συναισθήματά της. Επειδή η κ. Τοπαλίδου είναι χορεύτρια για πολλά χρόνια, εκ πρώτης όψεως θα μπορούσε να φανταστεί κάποιος ότι θα προέκυπτε ένα γοητευτικό αποτέλεσμα από την πρώτη ιδιότητα της πρωταγωνίστριας, όμως κάτι τέτοιο ούτε επιτεύχθηκε ούτε έφτασε καν στα όρια να μιλάμε για κάτι πραγματικά ενδιαφέρον: σαν ένας νεωτερισμός, που προσωπικά μου δημιούργησε μια μετέωρη αίσθηση. O Xρήστος Σαπουντζής κινήθηκε με αξιοπρέπεια στον ρόλο του Πολώνιου που του υπέδειξε ο σκηνοθέτης, ενώ ο Ιβάν Σβιτάιλο καθήλωσε με τη στεντόρεια φωνή και τη γήινη φύση που απαιτεί σε αρκετές σκηνές ο ρόλος του αποφασιστικού Λαέρτη. Μου άρεσε η εύθυμη πινελιά που δόθηκε με τους φίλους του Άμλετ και υπενθύμιζε στο κοινό τη χαρά και την ανεμελιά της νιότης του ήρωα πριν τα δεινά, ενώ τα θεατρικά αποσπάσματα του Άμλετ, πρώτα με το φάντασμα του πατέρα του και αργότερα, με την απόρριψη και την κατακεραύνωση στο πρόσωπο της Οφηλίας ξεχώρισαν ως οι πιο προσεγμένες υποδηλώσεις στις σχέσεις των ηρώων με τον αγαπημένο Άμλετ.

Ο ευρηματικός Γιάννης Κακλέας έστησε μια παράσταση ενδιαφέρουσα με εξαιρετικά επιμέρους στοιχεία -που δεν είναι καθόλου λίγα στο σύνολό τους- όμως προσωπικά μου έλειψε αυτό το “κάτι” που θα απογείωνε ολοκληρωτικά την παράσταση. Δεν ξέρω τι θα μπορούσε να είναι αυτό ακριβώς που έπρεπε να προστεθεί ώστε να με κάνει να φυλάξω στη μνήμη μου -με βάση το συνολικό της αποτέλεσμα- αυτή τη παράσταση ως μια από αυτές που θα με έκανε να φύγω συγκλονισμένη από την αίθουσα θυμώντας την για χρόνια. Και όσο το σκέφτομαι, μπορεί να φταίει και το γεγονός ότι με τους ανθρώπους που θαυμάζεις και υποσυνείδητα τους έχεις τοποθετήσει στη κορυφή, ταυτόχρονα γίνεσαι περισσότερο αυστηρή μαζί τους, αφού ενδόμυχα έχεις σηκώσει τον πήχη …στα ουράνια. Aυτό δεν είναι απαραίτητα κακό, απλά τα μεγάλα ονόματα και ταλέντα (βλέπε Κακλέας και βλέπε Ασπιώτης αντίστοιχα) γεννούν στο μυαλό σου αυτόματα και -ακόμα μεγαλύτερες από την καθολική άποψη του κοινού- προσδοκίες!

Τελευταίες μέρες παραστάσεων για τον “Άμλετ” σε σκηνοθεσία Γιάννη Κακλέα εώς την Κυριακή 22 Ιανουαρίου.