“Η γυναίκα στη σκάλα” και το αναντικατάστατο παρελθόν

1377

Με το τελευταίο του μυθιστόρημα ο Μπέρναρντ Σλινκ, στη ρέουσα και ακριβή μετάφραση του Απόστολου Στραγαλινού, επανέρχεται στο ζήτημα της μνήμης και της διαχείρισης του παρελθόντος. Ενώ όμως στο έργο που τον έκανε παγκοσμίως γνωστό, το μυθιστόρημα «Διαβάζοντας στη Χάννα», η εστίαση εντοπιζόταν κυρίως στην προβληματική της συλλογικής μνήμης και του συλλογικού τραύματος, στο τελευταίο του βιβλίο ο Σλινκ καταπιάνεται με τα ζητήματα της ατομικής μνήμης και των ανεξόφλητων λογαριασμών του υποκειμένου με το παρελθόν του.

Στο πρώτο μέρος του μυθιστορήματος, ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής και κεντρικός ήρωας ανατρέχει σε μια ιστορία από το παρελθόν και τη νεότητά του, όπου ως νέος δικηγόρος είχε χειριστεί μια περίεργη υπόθεση πνευματικών δικαιωμάτων – μια διαμάχη ανάμεσα σε έναν νεαρό ζωγράφο και έναν πλούσιο πελάτη του, που του είχε αναθέσει να φιλοτεχνήσει το πορτραίτο της αγαπημένης του. Ο ζωγράφος ερωτεύτηκε το μοντέλο του και στη συνέχεια ακολούθησε μια διαμάχη για την κυριότητα του πορτραίτου και για τη δυνατότητα του ιδιοκτήτη του και του δημιουργού του να επιφέρουν αλλαγές επ’ αυτού. Στη διένεξη ενεπλάκη και ο κεντρικός ήρωας, στον οποίον ανατέθηκε να συντάξει ένα εξωφρενικό συμβόλαιο: ο ζωγράφος θα έπαιρνε πίσω τον πίνακά του και ο επιχειρηματίας θα έπαιρνε πίσω την αγαπημένη του – που απεικονιζόταν στον πίνακα. Ο αφηγητής ερωτεύτηκε επίσης τη «γυναίκα στη σκάλα» και αφέθηκε να χρησιμοποιηθεί από αυτήν στο σχέδιό της να κλέψει η ίδια τον πίνακα και να εξαφανιστεί εγκαταλείποντας τους δύο αντίζηλούς της, αλλά και τον ίδιο τον νεαρό δικηγόρο.

Ήδη από την ανάπτυξη της πλοκής στο πρώτο μέρος διαφαίνεται ανάγλυφα η θεματική του μυθιστορήματος. Ο πίνακας δεν αντιμετωπίζεται τόσο ως αισθητικό γεγονός, όσο ως ιδεατή αποκρυστάλλωση μιας στιγμής του παρελθόντος, ενώ καθένας από όσους συνέβαλαν στη δημιουργία του –ο ζωγράφος, το μοντέλο και ο πελάτης που το παρήγγειλε– διεκδικούν για λογαριασμό τους μια προνομιακή σχέση με το παρελθόν αυτό. Η συγκεκριμένη προβληματική αναπτύσσεται περαιτέρω στο δεύτερο μέρος του μυθιστορήματος, κατά το οποίο, δεκαετίες αργότερα, οι τρεις άντρες και η γυναίκα συναντώνται σε μια απομακρυσμένη ακτή της Αυστραλίας, όπου κατοικεί πλέον η τελευταία. Οι παλιές διαμάχες αναβιώνουν σε μια ατμόσφαιρα που ακροβατεί ανάμεσα στο τραγικό και το κωμικό, ενώ μήλον της έριδος εξακολουθεί να αποτελεί ο πίνακας και το παρελθόν που υποτίθεται ότι αυτός αντιπροσωπεύει κατά τρόπο αυθεντικό.

Φυσικά, καθένας από τους τέσσερις ήρωες έχει διαγράψει τη δική του τροχιά μέσα στον χρόνο, διαψεύδοντας ή επιβεβαιώνοντας τις προσδοκίες του ξεκινήματος της ζωής τους. Χωρίς να διαθέτουν ουσιαστικά μέλλον, το παρελθόν είναι το μόνο που τους έχει απομείνει: «Για όλα όσα ήταν μπροστά μου, ήμουν αντικαταστάσιμος. Αναντικατάστατος ήμουν μόνο για ό,τι βρισκόταν πίσω μου», όπως το θέτει ο αφηγητής στην αρχή του βιβλίου.

Στην καρδιά της «Γυναίκας στη σκάλα» φαίνεται να βρίσκεται η αντίληψη ότι κάθε στιγμή αντιπροσωπεύει μια μεγάλη βεντάλια από δυνατότητες. Ο κεντρικός ήρωας του μυθιστορήματος, φτάνοντας στο τέλος της ζωής του, την αναστοχάζεται όχι μόνο ως μια δεδομένη διαδοχή γεγονότων, αλλά και ως την ακύρωση όλων των ενδεχόμενων εναλλακτικών. Ταυτόχρονα, οι δρόμοι που δεν ακολούθησε μοιάζει να τον εξηγούν το ίδιο πειστικά όσο και οι πραγματοποιημένες επιλογές του. Ετσι, στο συγκινητικό τρίτο μέρος του βιβλίου, όταν αφηγείται δίκην παραμυθιού στην ετοιμοθάνατη Ιρένε, φανταστικές σκηνές από την κοινή ζωή που δεν έζησαν ποτέ μαζί, δεν ψηλαφεί μόνο τις διαφορετικές τροχιές που δεν διέγραψε, αλλά και τους διαφορετικούς εαυτούς, τους οποίους δεν μπόρεσε ποτέ να ενσαρκώσει.

 

πηγή: efsyn.gr