Περισσότερο όμως τον περιφρονούσε… Άρθρο του Χρήστου Ζαμπούνη.

2049

Γράφει ο Χρήστος Ζαμπούνης

Πρόλαβα την Τσακάλωφ αμαξιτή. Τότε που δεν υπήρχαν ακόμη πεζόδρομοι. Πρόλαβα την Πλατεία Κολωνακίου στις δόξες της. Τότε που ήταν ακόμη ο καθρέπτης των μυστικών επιθυμιών της πρωτευούσης. Πρόλαβα το Κολωνάκι «πριν από την άλωση», για να χρησιμοποιήσω την εύστοχη έκφραση του Ζάχου Χατζηφωτίου, τότε που βασίλευαν ακόμα οι grandes dames με το μαλλί κομμωτηρίου.

Φυλλομετρώ το συλλεκτικό λεύκωμα Λυκαβηττός και Δεξαμενή, με σπάνιο φωτογραφικό και αρχειακό υλικό για την γειτονιά. Στέκομαι σε μία φωτογραφία του 1870, τραβηγμένη από την περιοχή των Εξαρχείων, που δείχνει τον λόφο των λύκων εντελώς γυμνό. Λίγες σελίδες και λίγες δεκαετίες αργότερα, παρατηρώ μία βουκολική σκηνή: ένας τσοπάνης βόσκει αμέριμνος τα πρόβατά του επί της οδού Δημοκρίτου, εκεί όπου σήμερα ευρίσκεται το Athens One, πρώην Σχολή Δοξιάδη. Απομονώνω από τις λεζάντες μία φράση του Κώστα Βάρναλη, αφιερωμένη στον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη (σ.σ. Ήσαν και οι δύο θαμώνες στο καφενεδάκι της Δεξαμενής): «Μακριά απ’ όλους τους πελάτες, απομονωμένος, σταύρωνε τα χέρια του, έφερνε δίπλα το ιερατικό του κεφάλι και βυθιζότανε στα δημιουργικά του ονειροπολήματα: στην πραγματική του ζωή. Απόφευγε και να κοιτάει τον κόσμο. Τόνε φοβότανε; Ίσως. Περισσότερο όμως τον περιφρονούσε…».

Διασχίζω βράδυ την οδό Τσακάλωφ από το ύψος της εκκλησίας του Αγίου Διονυσίου Αρεοπαγίτου, με κατεύθυνση προς την Πλατεία. Μετρώ τουλάχιστον δέκα (10) «Ενοικιάζεται» στον άλλοτε κραταιό, πλην μικροσκοπικό δρόμο των Αθηνών. Ορισμένοι διεθνείς οίκοι, όπως ο Gucci και ο Balenciaga, φαίνεται ότι αντέχουν παρά την οκταετή οικονομική κρίση, αλλά, όπως ο νεκροθάπτης ετοιμάζει φέρετρα πριν από μία μονομαχία στο Φαρ Ουέστ, προδικάζω την τύχη αρκετών άλλων καταστημάτων. Οι νέοι άρχοντες του δρόμου, ιδίως στο τελευταίο του κομμάτι, είναι τα σουβλατζίδικα, οι κρεπερί, τα φαστ φουντ και τα μπαρ με μουσική. Ακόμη και «ο τελευταίος των Μοϊκανών», ο τελευταίος των υποδηματοποιών, ο Καζάκος, αναγκάσθηκε εσχάτως να κάνει αλλαγή χρήσεως και να προσαρμοσθεί στην τάση της εποχής.

Κάνω σλάλομ ανάμεσα στα τραπεζοκαθίσματα, προσπαθώντας να αποφύγω έμβια όντα και άψυχα αντικείμενα. Όταν φθάνω στο Da Capo, ακροβατώ ανάμεσα σε δύο options: να αλλάξω διαδρομή ή να το γυρίσω στον Παπαδιαμάντη.