Οι αλλαγές σε παλαιές και νέες συντάξεις – Τι θα περιλαμβάνει το νομοσχέδιο

148

Νέος τρόπος υπολογισμού παλαιώνκαι νέων συντάξεων έρχεται με το νέο ασφαλιστικό νομοσχέδιο που αναµένεται στη Βουλή στα µέσα ∆εκεµβρίου

Όπως αναφέρει το «Έθνος της Κυριακής», δροµολογείται νέος επανυπολογισµός παλαιών συντάξεων, µε αφετηρία τον Οκτώβριο, αλλά και καινούργιος υπολογισµός νέων συντάξεων, µε αυξήσεις για όσους έχουν πολλά έτη ασφάλισης ή έχουν καταβάλει αυξηµένες εισφορές. Σηµαντικές αλλαγές θα φέρνει το ασφαλιστικό νοµοσχέδιο και στις επικουρικές, ώστε να αντιµετωπιστεί η αντισυνταγµατικότητα των περικοπών του 2016 µε βάση το πλαφόν των 1.300 ευρώ. Μέριµνα θα υπάρχει και για τα αναδροµικά στις επικουρικές που θα έχουν συσσωρευθεί από 4/10 έως το νοµοσχέδιο για 260.000 συνταξιούχους.

Σε ότι αφορά στα παλαιά αναδροµικά του 2012 σε κύριες και επικουρικές, τα σενάρια πιθανών επιστροφών συγκεντρώνονται στο 10µηνο που µεσολαβεί ανάµεσα στον Ιούνιο του 2015 και τον Μάιο του 2016. Στο υπουργείο Εργασίας έχουν ήδη συσταθεί επιστηµονικές οµάδες µε έµπειρους νοµικούς από τις υπηρεσίες του υπουργείου, εικονοµέτρες και στελέχη της Εθνικής Αναλογιστικής Αρχής, µε αντικείµενο να µελετήσουν διεξοδικά τις αποφάσεις του ΣτΕ και να προτείνουν λύσεις που θα ενσωµατωθούν στο νέο Ασφαλιστικό.
Τα χρονοδιαγράµµατα που έχουν τεθεί από την πολιτική ηγεσία είναι σφιχτά, καθώς το νοµοσχέδιο πρέπει να είναι έτοιµο ώστε να κατατεθεί µεταξύ 15 και 21 ∆εκεµβρίου. Και ενώ η κυβέρνηση έχει µόλις τρεις µήνες στην πλάτη της, το χαρτοφυλάκιο του υπουργείου Εργασίας αναδεικνύεται σε κοµβικό για το κυβερνητικό έργο, µε δύο «βαριές» κακρίσιµες µεταρρυθµίσεις να έχουν ήδη δροµολογηθεί.

Ο υπουργός Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων,καλείται να λύσει δύσκολες εξισώσεις, µε τον χρόνο αυτήν τη φορά αντίπαλό του, αλλά µε όπλο την εµπειρία από τη µακρά πορεία του στο υπουργείο Εργασίας. Η εργασιακή µεταρρύθµιση βρίσκεται ήδη στη Βουλή, ενώ τώρα χτίζεται και το νέο Ασφαλιστικό που θα πρέπει να νοµοθετηθεί πριν από την εκπνοή του 2019. Ο χρόνος τρέχει ειδικά για τις επικουρικές, καθώς µε βάση την απόφαση του ΣτΕ οι περικοπές του 2016, που εξαρτώνται από το όριο των 1.300 ευρώ, θεωρούνται ακυρωµένες ως αντισυνταγµατικές από την καταβολή του Νοεµβρίου και εφεξής, µε αποτέλεσµα να συσσωρεύονται για κάθε καθυστέρηση έξτρα αναδροµικά πέραν των παλαιών αναδροµικών που διεκδικούνται από τις περικοπές του 2012.

Αναλυτικά οι μεταρρυθμίσεις που έρχονται µε το ασφαλιστικό νοµοσχέδιο περιλαµβάνουν:

1. Νέο υπολογισµό κύριων συντάξεων, µε αιχµή τις αυξήσεις στους συντελεστές αναπλήρωσης και στόχο τη βελτίωση της ανταποδοτικότητας. Ηδη ετοιµάζεται αναλογιστική µελέτη για τον νέο υπολογισµό που θα πρέπει να προβλέπει καλύτερη ανταποδοτικότητα της σύνταξης. Επανεκκίνηση πρέπει να γίνει και στον επανυπολογισµό παλαιών συντάξεων, ενώ εκτός µεταρρυθµιστικού πλαισίου αναµένεται να µείνει η Εθνική Σύνταξη. Κερδισµένοι από τη βελτίωση των συντελεστών αναπλήρωσης θα είναι όσοι αποχωρούν ή αποχώρησαν µε πολλά χρόνια ασφάλισης ή και όσοι έχουν καταβάλει αυξηµένες εισφορές, καθώς δεν αποκλείεται οι τελικές ρυθµίσεις να είναι συνδυασµός των δύο παραγόντων. Η αύξηση της ανταποδοτικής σύνταξης εκτιµάται πως «ψαλιδίζει» την υποανταποδοτικότητα και ενισχύει το κίνητρο ασφάλισης, καθώς µετά την 25ετία-30ετία και ιδιαίτερα για όσους αποχωρούν µε υψηλές συντάξιµες αποδοχές, οι συντάξεις είναι σήµερα προοδευτικά υποανταποδοτικές. Από την πριµοδότηση της ανταποδοτικότητας ευνοούνται:

  • Παλαιοί συνταξιούχοι που είχαν αποχωρήσει πριν από τον νόµο Κατρούγκαλου (13/5/2016), µε πολλά έτη ασφάλισης ή και µεγάλο όγκο εισφορών. Το ανταποδοτικό τµήµα της επανυπολογισµένης σύνταξης έχει κανονιστεί µε τα ποσοστά αναπλήρωσης του Νόµου 4387/2016. Οσοι εµπίπτουν στην αυξηµένη ανταποδοτικότητα θα πρέπει να λάβουν από τον Νοέµβριο υψηλότερη ανταποδοτική σύνταξη και µικρότερη προσωπική διαφορά. Στην πράξη θα λάβουν γρηγορότερα απ’ ό,τι υπολόγιζαν αυξήσεις στην τσέπη, καθώς η προσωπική διαφορά -που θα είναι τελικά µικρότερη- θα συµψηφιστεί γρηγορότερα µε τις γενικές αυξήσεις που θα δίνονται από το 2023 και µετά. Τα εκκαθαριστικά του επανυπολογισµού θα εκδοθούν -όπως έχει δεσµευθεί η πολιτική ηγεσία του υπουργείου Εργασίας- σταδιακά µέχρι και για την καταβολή της σύνταξης Οκτωβρίου µε τον παλιό τρόπο. Ακολούθως, ο επανυπολογισµός θα αλλάξει και τα εκκαθαριστικά του Νοεµβρίου θα αποτυπώνουν, όταν δηµοσιευθούν, τον νέο τρόπο επανυπολογισµού.
  • Νέοι συνταξιούχοι που έχουν αποχωρήσει µε τον νόµο Κατρούγκαλου µετά τον Μάιο του 2016 και έχουν λάβει σύνταξη. Οσοι εµπίπτουν στην αυξηµένη ανταποδοτικότητα θα πρέπει να λάβουν υψηλότερη ανταποδοτική σύνταξη όχι αναδροµικά από τη συνταξιοδότησή τους, αλλά από τις καταβολές Νοεµβρίου και µετά (εφόσον το νοµοσχέδιο ψηφιστεί τέλη ∆εκεµβρίου, θα έχουν πιθανότατα δύο µήνες αναδροµικών). Αυτοί θα δουν άµεσα αυξήσεις στα καθαρά ποσά.
  • Νέοι συνταξιούχοι που θα φύγουν από το 2020 και µετά και θα λάβουν απευθείας τις νέες συντάξεις. ∆υσκολότερη θα είναι η εξίσωση για τις συντάξεις που έχουν εκδοθεί τη µεταβατική τριετία του νόµου Κατρούγκαλου, µεταξύ 2016 και 2018, και διατηρούν 50%, 33% ή 25% της «προσωπικής διαφοράς» επειδή είχαν µείωση άνω του 20% σε σύγκριση µε τον προ 2016 τρόπο υπολογισµού.

2. Νέες επικουρικές χωρίς τις µειώσεις βάσει του πλαφόν των 1.300 ευρώ. Αναπροσαρµογή των παλαιών επικουρικών που επανυπολογίστηκαν και κόπηκαν το 2016 µε βάση το πλαφόν των 1.300 ευρώ θα φέρει το ασφαλιστικό νοµοσχέδιο. Η κατάργηση των περικοπών από το ΣτΕ «µετράει» από τις καταβολές του Νοεµβρίου. Σύµφωνα µε πληροφορίες, τα αναδροµικά που θα µαζευτούν µέχρι την ψήφιση του νοµοσχεδίου -µέχρι τότε οι επικουρικές θα συνεχίσουν να καταβάλλονται ως έχουν- θα επιστραφούν σε αυτούς που τα δικαιούνται.

Οι περισσότεροι συνταξιούχοι, σχεδόν οι µισοί, έχασαν από 100 έως 200 ευρώ το 2016. Ενας στους πέντε έχασε 50-100 ευρώ, ενώ το 18% έχασε έως 20 ευρώ. Αναδροµικά από τον Ιούνιο του 2016 δικαιούνται µόνο όσοι έχουν ήδη προσφύγει στα δικαστήρια µε αγωγές κατά των συγκεκριµένων περικοπών. Οσον αφορά τις νέες επικουρικές, εκτιµάται πως η αντισυνταγµατικότητα θα µπορούσε να θεραπευτεί µε αναλογιστική µελέτη, που θα τεκµηριώνει τη βιωσιµότητα του επικουρικού υπερταµείου χωρίς τον «κόφτη» των 1.300 ευρώ.

Πηγή: Έθνος της Κυριακής