Η κυρία Δαλαμάγκα

1223

Γράφει ο Χρήστος Ζαμπούνης

Υπάρχει ένα θέατρο όπου η ιδιοκτήτης, η ταξιθέτρια, η καλλιτεχνική διευθύντρια, η τηλεφωνήτρια, η ταμίας, και παραλείπω φαντάζομαι και άλλες αόρατες ιδιότητες, είναι το ίδιο πρόσωπο.

Τηλεφωνώ για να κρατήσω θέσεις στην παράσταση «Το σπίτι στη λίμνη», στο «Αγγέλων Βήμα». Η φωνή στην άλλη άκρη της τηλεφωνικής γραμμής είναι ζωηρή και αποφασιστική. Θέλοντας να προκαταλάβω τον φίλο από τα παρισινά χρόνια Αντώνη Φραγκάκη, ο οποίος πρωταγωνιστεί στην παράσταση με την Κερασία Σαμαρά, της δηλώνω εξ αρχής πως θέλω να πληρώσω τα εισιτήρια, ανεξαρτήτως αν η παρουσία μου στο θέατρο συνδέεται με επαγγελματική δραστηριότητα, ήτοι τη συνέντευξη εξωφύλλου του δημοφιλούς ηθοποιού για το ”Mancode”. Η απάντησή της μου κάνει εντύπωση, αφού περιορίζεται σε μία και μόνο πληροφορία, ότι δηλαδή οι ηθοποιοί πληρώνονται μετρητοίς από το ταμείο.

Κατηφορίζω την οδό Σατωβριάνδου έως τον αριθμό 36, όπου στεγάζεται το «Αγγέλων Βήμα». Στο βάθος δεξιά, όπως κοιτάμε διαγωνίως, στέκει υπέρλαμπρο το ανακαινισθέν Εθνικό Θέατρο, αντίστιξη στην κακοφωτισμένη και μάλλον κακόφημη υπόλοιπη γειτονιά. Στο ταμείο όταν ανακοινώνω το όνομά μου για να πάρω τα εισιτήρια, η κυρία Δαλαμάγκα, όπως μου συστήνεται, με ενημερώνει ότι μετέφερε το μήνυμά μου στον κύριο Φραγκάκη, ο οποίος απεφάνθη ως άλλη Πυθία στο μαντείο των Δελφών, «ό,τι πει η επιστήμη». Με τη δέουσα ανακούφιση αφού πλήρωσα, ανεβαίνω την τρίζουσα ξύλινη σκάλα στον δεύτερο όροφο, και παρακολουθώ με τη συντροφιά μου την παράσταση. Είναι πολύ καλή.

Στο φουαγιέ του πολυχώρου, διότι περί αυτού πρόκειται, αφού εκεί φιλοξενείται μία έκθεση ζωγραφικής και αν κρίνω από το πιάνο πρέπει να γίνονται και μουσικές εκδηλώσεις, έχω την ευκαιρία να συνομιλήσω με την κυρία Δαλαμάγκα, η οποία ειρήσθω εν παρόδω, εξετέλεσε και χρέη ταξιθέτριας. Με ταχύτητα υπερηχητικού αεροπλάνου, μου εξηγεί πώς αγόρασε το διατηρητέο κτίριο των αρχών του 20ού αιώνος, πώς το ανακαίνισε και πώς το βάπτισε «Αγγέλων Βήμα», γιατί ήθελε να δώσει βήμα σε όσους έχουν κάτι να αγγείλουν πάνω στην τέχνη και τον πολιτισμό. Επίσης, με ενημερώνει για το πώς διάλεξε το συγκεκριμένο έργο, σε μία προσπάθεια να γίνει γνωστή στο ελληνικό κοινό η αυστραλιανή δραματουργία, καθώς και πως, μετά από 13 θεατρικές περιόδους, θεωρεί τον εαυτό της τυχερό για το αποτέλεσμα.

Έχουν πλέον εμφανισθεί ο Αντώνης και η Κερασία, όταν μου διηγείται μία ενδιαφέρουσα ιστορία: «Μία φορά μόνο φοβήθηκα, στα είκοσι χρόνια που πηγαινοέρχομαι στη γειτονιά. Είχα πάρει ένα ταξί το οποίο με άφησε μπροστά στο κτίριο. Βγαίνοντας από το αυτοκίνητο, με πλησίασε ένας άνθρωπος που λόγω του ελλιπούς φωτισμού, δεν μπόρεσα να διακρίνω τα χαρακτηριστικά του, παρά μόνον ότι ήταν μαύρος. Έσκυψε στο οδόστρωμα και μου έδωσε το πορτοφόλι μου, που είχε μόλις πέσει κατά την έξοδό μου».